Η σελεκοξίμπη έχει τον ίδιο καρδιαγγειακό κίνδυνο με τη ναπροξένη και την ιβουπροφαίνη: αποτελέσματα της μελέτης PRECISION

215

Τα μη στεροειδή αντφλεγμονώδη κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του 1960 και έγιναν τα πιο δημοφιλή φάρμακα στον κόσμο. Η δράση τους πραγματοποιείται μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης και των προσταγλανδινών, επιφέροντας μείωση του πόνου και της φλεγμονής. Η κυκλοοξυγενάση όμως, υπάρχει και στο γαστρικό βλεννογόνο όπου διεγείρει τις γαστροπροστατευτικές προσταγλανδίνες. Υπάρχουν 2 μορφές κυκλοοξυγενάσης, η 1 και 2. Οι αντιφλεγμονώδεις και αναλγητικές δράσεις οφείλονται στην αναστολή της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2). Η αναστολή της κυκλοοξυγενάσης-1 (COX-1), αντιθέτως, προκαλεί γαστρεντερικές τοξικές επιδράσεις, όπως έλκος και αιμορραγία πεπτικού. Η ανακάλυψη των εκλεκτικών COX-2 αναστολέων πρόσφερε θεωρητικά τη δυνατότητα της αντιφλεγμονώδους και αναλγητικής δράσης με μειωμένες ανεπιθύμητες δράσεις στο πεπτικό σύστημα.

Η ροφεκοξίμπη, που ήταν ο πρώτος εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας, αποσύρθηκε το 2004 διότι παρουσίασε αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη. Η σελεκοξίμπη, ένας άλλος εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης-2 συνέχισε να κυκλοφορεί. Στη μελέτη PRECISION (Prospective Randomized Evaluation of Celecoxib Integrated Safety versus Ibuprofen or Naproxen) έγινε σύγκριση αυτού του φαρμάκου με τη ναπροξένη και την ιβουπροφαίνη, που είναι μη εκλεκτικοί αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης, ως προς τις καρδιαγγειακές, γαστρεντερικές, νεφρικές και άλλες επιδράσεις. Στη μελέτη συμμετείχαν 24.081 ασθενείς αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου με ρευματοειδή αρθρίτιδα ή οστεοαρθρίτιδα. Στις 3 ομάδες ασθενών χορηγήθηκε σελεκοξίμπη (100 mg δυο φορές ημερησίως), ιβουπροφαίνη (600 mg 3 φορές ημερησίως) ή ναπροξένη (375 mg 2 φορές την ημέρα). Στις επόμενες επισκέψεις οι θεράποντες ιατροί μπορούσαν να αυξήσουν τις δόσεις σε 200 mg δυο φορές ημερησίως, 800 mg 3 φορές ημερησίως ή 500 mg 2 φορές την ημέρα αντίστοιχα. Χορηγήθηκε γαστροπροστασία με εσομεπραζόλη σε όλους τους ασθενείς.

Η σελεκοξίμπη είχε την ίδια καρδιαγγειακή ασφάλεια με τη ναπροξένη και την ιβουπροφαίνη. Το πρόβλημα της μελέτης ήταν ότι 68.8% των ασθενών διέκοψαν τη θεραπεία και 27.4% βγήκαν από την παρακολούθηση, με αποτέλεσμα τα συμπεράσματα από τη μελέτη να είναι επισφαλή. Όσον αφορά τις ανεπιθύμητες επιδράσεις στο γαστρεντερικό σύστημα, ήταν κατά 54% περισσότερες στα άτομα που πήραν ιβουπροφαίνη και 41% στα άτομα που πήραν ναπροξένη συγκριτικά προς τη σελεκοξίμπη. Τέλος, η σελεκοξίμπη προκάλεσε στο νεφρό λιγότερες ανεπιθύμητες δράσεις από την ιβουπροφαίνη ενώ δεν είχε διαφορά με τη ναπροξένη.

Συμπερασματικά λοιπόν, σε μια μεγάλη μελέτη, η σελεκοξίμπη είχε την ίδια καρδιαγγειακή ασφάλεια με την ιβουπροφαίνη και τη ναπροξένη και λιγότερες ανεπιθύμητες δράσεις στο γαστρενετρικό σύστημα και τη νεφρική λειτουργία. Απομένει να δούμε τι θα γίνει στην κλινική πράξη. Μέχρι τώρα η ιατρική κοινότητα πίστευε οτι τα ασφαλέστερα αντιφλεγμονώδη ήταν η ναπροξένη και η ιβουπροφαίνη ενώ υπήρχαν ενδοιασμοί για τη σελεκοξίμπη όσον αφορά την ασφάλειά της στο καρδιαγγειακό σύστημα.

Βιβλιογραφία

Nissen SE, Yeomans ND, Solomon DH, et al. Cardiovascular safety of celecoxib, naproxen, or ibuprofen for arthritis. N Engl J Med 2016; DOI: 10.1056/NeJMoa1611593