Τα θειαζιδικά διουρητικά μειώνουν τον κίνδυνο καταγμάτων στους ηλικιωμένους

95

Η υπέρταση και η οστεοπόρωση είναι 2 συχνά προβλήματα σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Μάλιστα, υπάρχουν ενδείξεις ότι η οστεοπώρωση είναι συχνότερη στα άτομα με υπέρταση.

Από μελέτες παρατήρησης και από μια μετανάλυσή τους γνωρίζουμε ότι η αντιυπερτασική θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά βελτιώνει την οστική πυκνότητα και μειώνει τον κίνδυνο καταγμάτων. Ως πιθανός μηχανισμός έχει διατυπωθεί η ευνοϊκή επίδραση στο ισοζύγιο του ασβεστίου και η απευθείας επίδραση στους οστεοβλάστες που μπορεί να έχουν αυτά τα φάρμακα. Επίσης, ενδεχομένως και οι β αποκλειστές μειώνουν τον κίνδυνο καταγμάτων (πιθανώς μέσω αποκλεισμού των β υποδοχέων που υπάρχουν στους οστεοκλάστες) αν και σε ένα άρθρο ανασκόπησης διαπιστώθηκε ότι δεν συμφωνούν όλες οι μελέτες σ’ αυτό. Λιγότερο γνωστή είναι η επίδραση στον κίνδυνο καταγμάτων των άλλων αντιυπερτασικών, δηλαδή των ανταγωνιστών του μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης και των ανταγωνιστών ασβεστίου, παρότι χορηγούνται πολύ συχνά στα ηλικιωμένα άτομα με υπέρταση. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ανταγωνιστές του μετατρεπτικού ενζύμου έχουν προστατευτική δράση στα οστά διότι αποκλείουν τοπικά την παραγωγή αγγειοτασίνης και μειώνουν τον παράγοντα κβ στους οστεοβλάστες, τα οποία αμφότερα διεγείρουν τους οστεοκλάστες. Σε μερικές μελέτες φάνηκε μείωση των καταγμάτων με τη χορήγησή τους χωρίς όμως να υπάρχει ομοφωνία. Σε μια άλλη μελέτη βρέθηκε ότι οι ανταγωνιστές ασβεστίου μειώνουν την οστική απορρόφηση μέσω μείωσης της λειτουργίας των οστεοκλαστών. Όμως, το κατά πόσο αυτό μεταφράζεται σε κλινικό όφελος παραμένει άγνωστο.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο κίνδυνος καταγμάτων αυξάνει στα άτομα που έχουν αυξημένο κίνδυνο πτώσης στο έδαφος. Υπάρχουν ενδείξεις από επιδημιολογικές μελέτες ότι η έναρξη αντιυπερτασικής θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων των θειαζιδικών διουρητικών, αυξάνει μέχρι και 2 φορές τον κίνδυνο πτώσης με τραυματισμό μέσα στις 2 πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη στενής παρακολούθησης κατά το πρώτο διάστημα της θεραπείας για ορθοστατική υπόταση ή βραδυκαρδία, ειδικά στα ηλικιωμένα άτομα. Σε μια άλλη μελέτη παρατήρησης διαπιστώθηκε αυξημένος κίνδυνος κατάγματος του ισχίου στις 2 πρώτες εβδομάδες από την έναρξη θεραπείας με θειαζίδες συγκριτικά προς αποκλειστές του μετατρεπτικού ενζύμου. Οι θειαζίδες μπορεί να προκαλέσουν υπονατριαιμία ή συχνουρία κι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των καταγμάτων από πτώση.

Η μελέτη ALLHAT ήταν μια τεράστια μελέτη σύγκρισης του καρδιαγγειακού κινδύνου μεταξύ 4 αντιυπερτασικών φαρμάκων: χλωρθαλιδόνη (θειαζιδικό διουρητικό), αμλοδιπίνη (ανταγωνιστής ασβεστίου), λισινοπρίλη (ανταγωνιστής μετατρεπτικού ενζύμου) και δοξαζοσίνη (α αποκλειστής). Τα αποτελέσματα αυτά έχουν δημοσιευθεί προ ετών. Λόγω του μεγάλου αριθμού συμμετεχόντων στη μελέτη ήταν μια ευκαιρία να μελετηθεί η επίδραση αυτών των φαρμάκων στα οστά μέσω καταμέτρησης των νοσηλειών λόγω καταγμάτων λεκάνης ή ισχίου.

Η μέση παρακολούθηση ήταν 4.9 έτη. 22180 άτομα μέσης ηλικίας 70 ετών συμμετείχαν στη μελέτη. Τα άτομα που έλαβαν θεραπεία με χλωρθαλιδόνη είχαν μικρότερο κίνδυνο καταγμάτων (21% μείωση του σχετικού κινδύνου, P=0.04).

Από τη μεγάλη αυτή μελέτη παρέχεται ένδειξη ότι τα θειαζιδικά διουρητικά μειώνουν τα κατάγματα λεκάνης και ισχίου συγκριτικά προς άλλες κατηγορίες αντιυπερτασικών φαρμάκων. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τις ενδείξεις που υπήρχαν από μελέτες παρατήρησης. Οι θειαζίδες είναι μια από τις κύριες κατηγορίες αντιυπερτασικών φαρμάκων που αποδεδειγμένα μειώνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Επειδή δεν υπήρχε ομάδα με εικονικό φάρμακο (placebo) στη μελέτη δε μπορεί να κατηγορήσει κανείς τις υπόλοιπες κατηγορίες αντιυπερτασικών ότι αυξάνουν τον κίνδυνο καταγμάτων.

Βιβλιογραφία

Colón-Emeric CS, Lee R. Cardiovascular Medications and FracturesDodging Complexity. JAMA Intern Med. 2017;177(1):77-78